βοΐζω

βοΐζω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "βοΐζω" в других словарях:

  • βοΐζω — και βουίζω 1. παράγω βοή, βγάζω θορυβώδη ήχο 2. βγάζω φωνή, κραυγάζω 3. φρ. «βούιξε ο ντουνιάς», «...το χωριό» κ.λπ. έγινε συζήτηση με δυσμενή σχόλια για κάποιον ή κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. βοώ, αναλογικά κατά τα αρχ. σε ίζω από τον αόρ. σε ησα,… …   Dictionary of Greek

  • βοΐζω — βλ. βουίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»